Κυριακή 12 Νοέμβρη 2000
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ Σελίδα 4
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Η Φαλίτσα στο «ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟ» του Γιάννη Ρίτσου

Χτες, συμπληρώθηκαν τα δέκα χρόνια απουσίας του παντοτινού ποιητή της Ρωμιοσύνης

Η ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Αλέκα Παπαρήγα, στο φετινό 26ο Φεστιβάλ της ΚΝΕ, προσφέρει στη Φαλίτσα Ρίτσου το ανάτυπο της πρώτης έκδοσης του «Επιταφίου» από τον «Ρ», με τιμητική αφιέρωση προς εκείνην από τη Συντακτική Επιτροπή της εφημερίδας
Απ' όλα τα ανθρώπινα πορτρέτα στο τεράστιο, σχεδόν τελευταίο, έργο του Γιάννη Ρίτσου «Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων», πορτρέτα που συμπεριλαμβάνουν και τις θαυμάσιες προσωπογραφίες της μητέρας του, του πατέρα του, των αδελφών του, των θείων του, των πιο κοντινών του φίλων (όπως του Πέτρου και του Αλέκου, ο οποίος μοιάζει πολύ με τον Τάσο Λειβαδίτη), μερικές από τις πιο τρυφερές εικόνες του όλου έργου είναι εκείνες που μας δίνει ο ποιητής για τη σύζυγό του, τη Φαλίτσα Γεωργιάδου.

Η σεμνότατη συντρόφισσα της ζωής του δε θέλει ποτέ να μιλήσει για τον εαυτό της, ούτε για τη δουλιά που έχει προσφέρει ως ιατρός, δεκαετίες ολόκληρες, στην πατρίδα της, τη Σάμο. (Μάλιστα, μας είπε χαρακτηριστικά, ότι η προσφορά προέρχεται από τους ανθρώπους της Σάμου προς εκείνη). Πάντως, μια ματιά στα στοιχεία της ταυτότητάς της μας επιβεβαιώνει ότι γεννήθηκε το έτος 1919, στο Καρλόβασι. Οι γονείς της λέγονταν Γεώργιος και Μαρία, το γένος Μανταφούνη. Αρχισε την Ιατρική Σχολή Αθηνών το 1938 και μετά από την Κατοχή, πήρε το πτυχίο το 1950. Πρωτογνώρισε τον Γιάννη Ρίτσο το έτος 1947. Η πλήρης ιστορία είναι τόσο ωραία που πρέπει να μπει ολόκληρη στο βιβλίο που γράφω: «Ο Ρίτσος του "Εικονοστασίου"».

Καρλόβασι: Ο «θρόνος» κοντά στη θάλασσα, που με φροντίδα της Φαλίτσας χτίστηκε, για να χαίρεται ο σύντροφός της τα ηλιοβασιλέματα
Μα, με λίγα λόγια: Η ΕΠΟΝίτικη παρέα της Φαλίτσας την παρακάλεσε να ζητήσει μερικά βιβλία από τον ποιητή για κάποιον σύντροφο που είχε πρόβλημα υγείας. Υστερα από τούτη την αφορμή, βλέπονταν τακτικά, μέχρι την εποχή που άρχισαν οι γνωστές εξορίες. Αλλά όταν γύρισε ο Ρίτσος οριστικά από τον Αϊ-Στράτη, ήθελε να γίνει ο γάμος το συντομότερο. Κι έτσι, παντρεύτηκαν στις 7 του Δεκέμβρη 1954, στην Αθήνα. Το 1955 γέννησε τη μονάκριβή του κόρη, την Ερη - Ελευθερία (προς τιμήν της μητέρας του Ρίτσου, Ελευθερίας Βουζουναρά, και του πατέρα του, Ελευθέριου).

ΗΦαλίτσα, κατά τη διάρκεια όλων των δίσεκτων χρόνων της καταπίεσης και της δικτατορίας, στάθηκε δίπλα του σα «βράχος» ακλόνητος. Κι όταν ήρθαν πια καλύτεροι καιροί έμεινε διακριτικά στα παρασκήνια, συνεχίζοντας τη δουλιά της στη Σάμο, αλλά προσφέροντας και στον ποιητή το πανέμορφο καταφύγιο του τριανταφυλλώνα της στο Καρλόβασι, κάθε καλοκαίρι για σχεδόν 35 χρόνια. Μονάχα προς το τέλος της ζωής του, η Φαλίτσα έμεινε συνέχεια χειμώνα - καλοκαίρι, πλάι του - φύλακας άγγελος της υγείας του.

Λοιπόν, μέσα στο «Εικονοστάσιο», αυτή η ταπεινόρφων αλλά τόσο πολύτιμη γυναίκα απεικονίζεται από τον Ρίτσο πάνω από δώδεκα φορές. Ισως, το πιο αποκαλυπτικό απόσπασμα απ' όλα βρίσκεται στο τέλος του 3ου τόμου, εκεί που η Φαλίτσα παρακαλεί τον ποιητή, να 'ρθεί στο τραπέζι για το μεσημεριανό γεύμα με το παιδί τους. Εκτός από τις εξαίσιες λεπτομέρειες για την προετοιμασία του φαγητού - με την πάλαι ποτέ «φουφού» και τα υπομονετικά χείλη της Φαλίτσας, που φυσάνε τα κάρβουνα για να ψηθούν τα κεφτεδάκια της σχάρας - υπάρχει εδώ και το φιλοσοφημένο σχόλιο για τη μεταμόρφωση του αρχικού τους έρωτα σε μία πιο ουσιαστική, ανθρώπινη σχέση, βασισμένη στη στοργική κατανόηση. Αμέσως πριν από τούτη την τρυφερή οικογενειακή σκηνή - περιγράφεται απλά, χωρίς ίχνος συναισθηματισμού - ο Ρίτσος διακόπτει τις πιο έντονες αναμνήσεις του από συνεξόριστους στο Κοντοπούλι και στον Αϊ-Στράτη, για να προσγειωθεί σ' ένα οικείο, ανθρώπινο περιβάλλον.

Ο ποιητής ανάμεσα στη Φαλίτσα και την κόρη τους, Ερη
Μία άλλη παρόμοια σκηνή, όπου οι σκέψεις του Ρίτσου σχετικά με κοσμογονικά γεγονότα διακόπτονται και καταλήγουν σε μία τρυφερή καθημερινή σκηνή με τη Φαλίτσα, βρίσκεται στον 6ο τόμο (σελίδες 56-58). Εκεί, μας λέει ο ποιητής ότι ελάχιστοι άνθρωποι αντέχουν πια να θυμούνται τη Μακρόνησο, το Αουσβιτς και το Μπούνχεβαλντ. Μ' ένα καταπληκτικό συνειρμό εικόνων γύρω από τις λέξεις «χτύπο το χτύπο», ο Ρίτσος καταλήγει στην ακρογιαλιά της Σάμου, καθισμένος δίπλα στη Φαλίτσα, που φοράει την ποδιά της κουζίνας, με τις τσέπες της γεμάτες αμύγδαλα. Οι δυο τους σπάνε τα μύγδαλα με πέτρες («τσακ τσακ», «τρικ τρικ», προσθέτει ο Ρίτσος με παιχνιδιάρικη διάθεση). Υστερα, οι δυο τους βγάζουν τα παπούτσια τους και βρέχουν τα πόδια τους στη θάλασσα. Απότομα εμφανίζονται «οι φίλοι της Φαλίτσας», οι γλάροι. Η αυθόρμητη χαρά της σε τούτο το σημείο μας θυμίζει τη σκηνή στον 8ο τόμο, όπου η Φαλίτσα ξεφωνίζει χαρούμενα μόλις βλέπει τους γλάρους. `Η, όταν είναι μονάχα ένας γλάρος: «μεγάλος πλατυφτέρουγος, ισοζυγιασμένος στον εαυτό του», πάλι ξεφωνίζει:«να τος, να τος είναι ο Ιων, ψηλά, μες στη δόξα του, ωραίος, αυτάρκης». (VII σελ. 25).

Η σπάνια αγνότητα της Φαλίτσας τονίζεται εδώ. Αλλά στη σκηνή με τα μύγδαλα στην ακρογιαλιά της Σάμου, εκτός από την αγνότητα της ψυχής της, ο Ρίτσος μας δίνει την εξής εικόνα:

Ο Ρίτσος και η Φαλίτσα μαθαίνουν στην Ερη τα πρώτα της βήματα
«η σκιά ενός γλάρου πέρασε από το χέρι της. Το χέρι της Φαλίτσας έγινε όπως το χέρι της Παναγίας σκιασμένο απ' τη φτερούγα ενός αγγέλου, το χέρι σε σχηματισμό περιστερίσιο να ευλογάει κάτι αόρατο, πέρα, μακριά, κάτι πολύ δικό μας» (VI, σ. 53)

Αυτή η σχεδόν άγια πλευρά της Φαλίτσας - «άγια», εννοείται με τη ριτσική χροιά των «Ανώνυμων Αγίων» - εκφράζεται θαυμάσια σ' ένα άλλο απόσπασμα από τον 8ο τόμο:

«... με τα τέσσερα παράθυρά μου ολάνοιχτα στον κόσμο, που του συγύρισε με το γλυκό της βλέμμα η Φαλίτσα, καλή μου Φαλίτσα, ναι, ναι...» (VII σ. 31)

Λίγο πιο κάτω, ο Ρίτσος επιβεβαιώνει τη γυναίκα του ότι η παρουσία της δεν τον ενοχλεί καθόλου. Την παροτρύνει ν' αλλάξει τα τριαντάφυλλα στα ανθοδοχεία και προσθέτει:

«Βάλε και δύο τριαντάφυλλα στο βρεφοζυγό, μα πρόσεξε μην τα ζυγίσεις, ποτέ δε ζυγιάζονται τα τριαντάφυλλα σε καμιά ζυγαριά παρά μονάχα στην τρυφερότητά σου» (VIII, σ. 31)

Πάλι στον 8ο τόμο λίγες σελίδες πριν από τούτα τα τρυφερά λόγια, ο Ρίτσος αναφέρεται ακόμη μία φορά στα τριαντάφυλλα της Φαλίτσας, ποτισμένα από την ίδια και από την κόρη τους, όπως μας λέει ο ίδιος: «... για να μη λείψουν τα χρώματα απ' τα γραφτά μου» (VIII, σ. 26)

Υπάρχουν κι άλλα αποσπάσματα που έχουν ένα πιο ελαφρύ - σχεδόν χιουμοριστικό - κλίμα: όπως στον 5ο τόμο, εκεί που αυτοσαρκάζεται ως «σεβάσμιος γέροντας» με γένια και μακριά μαλλιά, παρομοιάζοντας την εμφάνισή του με τα χάλια ενός αποτυχημένου μουσικού. Εδώ, ο Ρίτσος θυμάται ότι όταν είχε αφήσει γένια για πρώτη φορά, το έτος 1970, η Φαλίτσα τον είχε μαλώσει «... καημένε Ιων, γιατί κρύβεις μέσα στις τρίχες το ωραίο πρόσωπό σου;». Τώρα, όμως, η Φαλίτσα διαμαρτύρεται όταν προσπαθεί ο Ρίτσος να κόψει έστω ένα τσουλούφι από τα «σγουρά του». Με έξοχη ειρωνεία, σχολιάζει ο Ρίτσος: «Αλλάζουν οι μόδες, αλλάζουν τα γούστα των ανθρώπων, αλλάζουν τα ποιήματα» (V, σ. 26).

Η Φαλίτσα Ρ'ιτσου σε νεαρή ηλικία
Υπάρχουν κι άλλα δύο τέτοια αποσπάσματα, σχετικά με τη Φαλίτσα: στον 4ο τόμο, εκεί όπου η Φαλίτσα πληροφορεί τον Ρίτσο ότι έχει ξεχάσει να σιδερώσει τα πουκάμισά του, επειδή διάβαζε τόσο εντατικά - «μονορούφι» - τον τόμο του «Εικονοστάσιο», με τον παράξενο τίτλο: «Τι παράξενα πράματα». Αφηρημένη για τον ίδιο λόγο, ξεχνάει το πιεσόμετρο πάνω στο μαξιλάρι, αλλά δεν ξεχνάει να πει τον καλό λόγο στον ποιητή, και να παινέσει τα «Παράξενα πράματα» του βιβλίου του, που τόσοι άλλοι άνθρωποι είχαν κατηγορήσει.

Αλλού, στον 2ο τόμο, έχουμε τη βασικά ειρωνική σκηνή, όπου ο Ρίτσος μιλάει σαρκαστικά για κάποια εγχείρηση που έκανε. Περιγράφει τη Φαλίτσα να κλαίει (όπως θα 'κανε κάθε αφοσιωμένη σύζυγος) έξω από το χειρουργείο. Αλλά ο ίδιος επιμένει να καπνίζει αρειμανίως και να καλαμπουρίζει με τους νοσοκόμους του!

Υπάρχει κι ένα άλλο, κάπως τραγικωμικό, απόσπασμα, το οποίο χαρακτηρίζεται από τον ίδιο τον Ρίτσο ως «θλιβερό», αλλά και «κάπως αστείο». Κοντά στο τέλος του 5ου τόμου, ο ποιητής περιγράφει το θάνατο του πεθερού του, κυρίου Γεωργιάδη.**1 Μετά από πολλαπλές ημιπληγίες, ο πατέρας της Φαλίτσας έχει καταντήσει να μιλάει μία εντελώς δική του, ακαταλαβίστικη γλώσσα. Αυτός ο άνθρωπος που ήξερε κάποτε ολόκληρα κομμάτια του Πλάτωνα απ' έξω στα αρχαία ελληνικά, τώρα πια ξέρει μόνο ήχους σαν «Κιουραπάκια». Στο τελευταίο γεύμα του, ο πατέρας της Φαλίτσας αφήνει την αγαπημένη του μυζήθρα ανέγγιχτη και φεύγει στο δωμάτιό του. Ενας περίεργος ήχος ακούγεται απ' εκεί. Τρέχουν η Φαλίτσα και ο Ρίτσος. Ο πεθερός του έχει πεθάνει. Ο Ρίτσος επιστρέφει στο τραπέζι και σχολιάζει:

«Δε θυμάμαι τίποτα πιο θλιβερό από κείνο το άσπρο πιατάκι στο τραπέζι με τη φρέσκια μυζήθρα, που δεν είχε αγγίξει ο παππούς και τα μαύρα σπόρια του καρπουζιού στα τέσσερα πιάτα, ενώ έξω, στα λιόδεντρα και στις φυστικιές, ξελαρυγγιάζονταν τα τζιτζίκια». ( V, σ. 84)

Πρόσφατη φωτογραφία της με την εγγονή της
Ο κόκορας που μπαίνει τώρα για να τσιμπολογήσει τα ψίχουλα και εκείνη η «λέξη», «Κιουραπάκια», συμπληρώνουν τις λεπτομέρειες. Ισως, ομολογουμένως, να τις θεωρήσουν οι αναγνώστες... «άχρηστες»! Αλλά ο ίδιος ο Ρίτσος δεν μπορεί πια, έτσι μας λέει, να ξεχωρίσει τα «άχρηστα» από τα «χρήσιμα». Και μάλιστα, βρίσκει, τελικά, ότι τα «άχρηστα» είναι τα πιο σημαντικά.

Εκτός από τέτοιες εκτεταμένες σκηνές, υπάρχουν και μερικές πολύ μικρές - φευγαλέες - αναφορές στη Φαλίτσα, όπως για παράδειγμα, στο «αμπελάκι» της, στην αρχή - αρχή του 7ου τόμου. Οπως στη ρίγανη, που μαζεύει ο Ρίτσος για τα κεφτεδάκια της. Οπως το πατροπαράδοτο γλυκό του κουταλιού, το «τριφτό νερατζάκι», που φτιάχνει η Φαλίτσα και του στέλνει από τη Σάμο. Μικρές σπιτικές εικόνες, καθημερινές και απλές. Πάντως, η τελευταία αναφορά στη Φαλίτσα - αν και φευγαλέα - έχει μεγάλη σημασία:

Κοντά στο τέλος του τελευταίου τόμου του «Εικονοστασίου Ανωνύμων Αγίων» (IX, σ. 33), αναφέρεται σαφώς στο δικό του τέλος. Φαντάζεται τον εαυτό του να κάθεται απέναντι από τον «σκοτεινό μουσαφίρη». Προσπαθεί να φερθεί συμφιλιωτικά με το Χάροντα. Μα, βαθιά μέσα του, δεν μπορεί κι έτσι τον πετροβολάει «με βράχια, σίδερα και λέξεις».

Ακριβώς σε τούτο το δραματικότατο σημείο, ο ποιητής θυμάται το σακουλάκι γεμάτο κλωστές και βελόνες που του είχε στείλει η Φαλίτσα στην εξορία.**2 Με λόγια που θυμίζουν τον Καζαντζάκη στην αρχή της «Αναφοράς στον Γκρέκο», «Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο...» (πρόλογος, σελίδα 17), ο Ρίτσος μαζεύει τα σύνεργά του (όχι βέβαια τις αισθήσεις του, αλλά ό,τι έχει σχέση, με το ράψιμο και μάλλον, κατά προέκταση, με το γράψιμο) και μαζί με το σκούφο του γελωτοποιού, τα πετάει όλα «μες στο παμπάλαιο προγονικό μπαούλο». Και για να διασαφηνίσει ότι μας μιλάει - έστω μεταφορικά - για το δικό του θάνατο, ο Ρίτσος προσθέτει σε παρένθεση:

«γιατ' είμουνα κι εγώ αγωνιστής, κι είμαι, και θα 'μαι, πάντα και μετά το θάνατό μου - με τον τρόπο μου, βέβαια)...» (ΙΧ, σ. 83).

Πράγματι, μια ταιριαστή τελευταία αναφορά στη συντρόφισσα της ζωής του:

«... αυτό το παλιό σακουλάκι που μου 'χε στείλει η Φαλίτσα στην εξορία να μπαλολογιέμαι...» (ΙΧ, σ. 83).

**1 Σχετικά με τον πατέρα της Φαλίτσας, ο Ρίτσος έχει γράψει μια λαμπρή περιγραφή, του θανάτου του, στον 5ο τόμο του «Εικονοστασίου»( σελίδες 82-85).

**2 Το 1967, στο Παρθένι της Λέρου.


της ΑΜΥ ΜΙΜΣ_ ΣΙΒΗΡΙΔΗ
*Η Αμυ Μιμς-Σιβηρίδη είναι η Αγγλίδα ελληνίστρια και μεταφράστρια του Γ. Ρίτσου